
Από τη δεκαετία του 1990 φτιάχτηκε στην Ελλάδα μια από τις μεγαλύτερες φούσκες στην ιστορία των media σε όλο τον κόσμο. Το πόσο μεγάλη φούσκα υπήρξε, φάνηκε στα χρόνια της οικονομικής κατάρρευσης. Μέσα εκμαυλισμού συνειδήσεων με ζεστό κρατικό χρήμα, παράξενες πολυμετοχικότητες και κυρίως το μεγάλο κόλπο με τα media shop και τις τράπεζες.
Στα χρόνια της οικονομικής κατάρρευσης (2008-2015), απόλυτα εξαρτημένα από την πολιτική τάξη και τα δάνεια με «αέρα» προτίμησαν να χάσουν σε αξιοπιστία, ακροαματικότητα, τηλεθέαση, αρκεί να μην καταρρεύσει η πολιτική (άρα και η οικονομική) τάξη και ελίτ στη χώρα. Ανέλαβαν τον βρώμικο ρόλο της ενοχοποίησης ενός ολόκληρου λαού για τα δεινά που του συνέβαιναν. Με το αζημίωτο. Ενώ ο λαός υπέφερε, τα ΜΜΕ εξακολουθούσαν να έχουν πρόσβαση στον τραπεζικό δανεισμό, σε άλλες μεγάλες εξυπηρετήσεις και στα… σεμινάρια του ΔΝΤ.
Τα ραδιοτηλεοπτικά μέσα χρησιμοποιούσαν δημόσιους πόρους (τις συχνότητες) και μια επαγγελματική δραστηριότητα, η δημοσιογραφία, μετατράπηκε στην απόλυτη ύβρη.
Αυτή η απονομιμοποίηση των ΜΜΕ και η κοινωνική αντίδραση έφεραν την άνθηση των social media στη χώρα.
Από την εξέγερση του Δεκέμβρη του 2008 μέχρι και το 2015 είχαμε την άνθηση των πολιτικών social media στη χώρα και της δημοσιογραφίας των πολιτών. Η ένταση του φαινομένου συμβάδιζε με την κοινωνική αγανάκστηση. Εκείνοι που σπάμαραν στον διαδικτυακό κόσμο ήταν και παρόντες σε κάθε πράξη αντίστασης και αλληλεγγύης. Το #antireport μετράει πια περισσότερο από μια δεκαετία.
Την ίδια περίοδο και μέχρι το 2019 το σύστημα και η δεξιά χρησιμοποιούσαν το διαδίκτυο και τα social media με το manual του Bannon. Άνθρωποι πήγαν στην Αμερική και εκπαιδεύτηκαν, κλιμάκια ήρθαν στην Αθήνα και ο ίδιος ο Bannon ήρθε εδώ, όχι πάντως για να προσφέρει την τεχνογνωσία του σε πλατφόρμα υποστήριξης προσφύγων.
Και εδώ γεννάται το ερώτημα: Γιατί τα πολιτικά social media κέρδιζαν στα σημεία και κάποια στιγμή και συντριπτικά το απέναντι σύστημα την περίοδο μέχρι το 2015 και έχασαν μετά;
Όταν έπαψε η κοινωνική κίνηση, έχασαν τον κρουστικό τους χαρακτήρα. Έτσι δόθηκε ο μεγάλος χώρος για να γίνει το manual του Bannon κυρίαρχο. Πολύς κόσμος τσίμπησε σε αυτή την πρακτική που τελικά ενοποιούσε το αντιΣΥΡΙΖΑ μέτωπο κοινωνικά, ενώ η από εδώ πλευρά δεν παρασύρθηκε σε πρακτικές που δεν ήταν τελικά για το δικό της ακροατήριο, γιατί τα πάντα κρίνονται στην πραγματική ζωή.
Εδώ κι έναν χρόνο που βρισκόμαστε σε lockdown από το #σκοιλ_ελικικου μέχρι το #Λιγνάδης_gate και τη #ΝέαΣμύρνη και το #Πονάω, επανεμφανίζεται η δυναμική των social media, όχι γιατί είμαστε κλεισμένοι μέσα, αλλά γιατί πάλι αντανακλούν την κοινωνική πραγματικότητα και την κοινωνική κίνηση (αργή μεν, αλλά υπαρκτή και ορατή). Και ταυτόχρονα τα mainstream media ξαναγίνονται το ίδιο επιθετικά προς την κοινωνία που αντιδρά και αντιστέκεται.
Από τους πιο αξιόπιστους ειδικούς γύρω από αυτό το μεγάλο θέμα είναι ο Νίκος Σμυρναίος (Καθηγητής Πολιτικής Οικονομίας και Κοινωνιολογίας των ΜΜΕ και του Διαδικτύου στο Πανεπιστήμιο της Τουλούζης).
Έλεγχος – Χειραγώγηση Vs Διαφάνεια – Λογοδοσία
Τα social media είναι αλγόριθμός, πολυεθνικές και έλεγχος – χειραγώγηση. Απέναντι στον έλεγχο και τη χειραγώγηση, η απάντηση είναι διαφάνεια και λογοδοσία.
Οι πλατφόρμες των social media είναι επιχειρήσεις, πολυεθνικές και ταυτόχρονα ολιγοπώλια.
Όταν τα social media όμως λειτουργούν ως κοινωνικός χώρος, δεν αρκεί η απάντηση ότι ο καθένας συμμετέχει σε αυτά, γνωρίζοντας εκ των προτέρων τους όρους, και συναινεί σε αυτούς.
Ενώ έχει υπάρξει το σκάνδαλο της Cambridge Analytica και πολύ μετά από αυτό, μετά την ήττα του Trump στις εκλογές οι πλατφόρμες ανακοινώνουν ότι κατεβάζουν τους λογαριασμούς του. Πριν απαντηθεί το ερώτημα, αν έπρεπε ή όχι να συμβεί αυτό, υπάρχει ένα προηγούμενο που δεν έχει απαντηθεί: Γιατί δεν έγινε νωρίτερα, όταν κάθε tweet του Trump ήταν fake news, θεωρία συνωμοσίας, μίσος;
Προφανώς η απόφαση των social media είναι πολιτική, είναι προϊόν συνεννόησης στην κορυφή και αντανακλά και τη διαφορετική πολιτική κατάσταση. Αλλά δεν παύει να έχει και στοιχεία υποκρισίας.
Τις τελευταίες εβδομάδες στη χώρα μας πλήθος χρηστών των social media, μεταξύ αυτών δημοσιογράφοι και φωτογράφοι, βλέπουν αναρτήσεις τους να εξαφανίζονται, να λαμβάνουν ειδοποιήσεις, και τελικά να τρώνε ποινές γιατί «παραβιάζουν του όρους της κοινότητας».
Δεν θα μπούμε στην ουσία που είναι πολύ κρίσιμη, γιατί κανείς από όλους αυτούς δεν είναι υποστηρικτής της τρομοκρατίας, αλλά την ίδια ώρα που οι υπερεργολάβοι του facebook στην Ελλάδα απαντούν με αστεία επιχειρήματα, ο Κασιδιάρης μπορεί από το κελί του να ανεβάζει σε άλλες πλατφόρμες το δικό του περιεχόμενο και να επιτρέπεται αυτό να είναι και promoted.
Αν σήμερα χρήστες «παραβιάζουν τους όρους της κοινότητας», γιατί δεν συνέβη το ίδιο και στη Συμφωνία των Πρεσπών, που σε κάθε refresh εμφανίονταν δεκάδες χιλιάδες καινούργιοι λογαριασμοί που καλούσαν σε υποκίνηση βίας; Γιατί δεν συνέβη το ίδιο στο Μάτι που κυκλοφορούσαν –και από δημοσιογράφους– fake news, σκληρές εικόνες, αλλά και ρητορική μίσους και υποκίνηση βίας;
Άρα οι «όροι της κοινότητας» δεν είναι και τόσο όροι, αλλά πολιτικές, που ανά πάσα στιγμή μπορούν να έρθουν σε συνεννόηση με θεσμούς σε τοπικό –και όχι υπερτοπικό– επίπεδο.
Η πρόσφατη διένεξη της Αυστραλίας με την πλατφόρμα του facebook και την επίδειξη δύναμης της τελευταίας –κόβοντας την ορατότητα του ειδησεογραφικού περιεχομένου– αποδεικνύει ότι οι πλατφόρμες λειτουργούν ολιγοπωλιακά και ανεξέλεγκτα.
Κι αν κάποιος δεν είναι οπαδός της αυτορρύθμισης και του αόρατου χεριού της αγοράς, απαιτείται σίγουρα η ρύθμιση και η θέσπιση κανόνων για τις ίδιες τις πλατφόρμες των social media και έλεγχος, διαφάνεια και λογοδοσία για το αν τηρούνται.
Ο Νίκος Σμυρναίος υποστηρίζει πως θα πρέπει να απαιτήσουμε από τις πλατφόρμες λογοδοσία και διαφάνεια και κάνει λόγο για την ανάγκη συμμετοχής τρίτων: πολιτών, ΜΚΟ, επιστημόνων στον έλεγχο των πλατφορμών. Μια ενεργοποίηση που απαιτείται, γιατί δεν αρκούν τα πλαίσια από μόνα τους. Για παράδειγμα, η ευρωπαϊκή οδηγία για τη διαφάνεια των διαφημίσεων πολιτικού περιεχομένου, τελικά δεν τηρήθηκε από τις πλατφόρμες στην ελληνική πραγματικότητα. Και έναντι των κομμάτων και έναντι άλλων που έτρεξαν πολιτική διαφήμιση και δεν καταγράφεται στα αντίστοιχα libraries των πλατφορμών.
Πού τελειώνουν, λοιπόν, τα όρια της ελευθερίας της έκφρασης και της δημοκρατίας στα social media και πού ξεκινά η λογοκρισία και η καταστολή; Ας δούμε πριν από αυτό, το ολιγοπώλιο χωρίς κανόνες στα social media.
Χθες στη Βουλή ο κ. Μητσοτάκης έδειξε ότι τον ενοχλεί που τα social media γίνονται ξανά χώρος έκφρασης της αντίθεσης, της αγανάκτησης, αλλά και χώρος που κάποιος θα αναζητήσει και θα διοχετεύσει πραγματικά γεγονότα και την αλήθεια έξω από τα σκληρά ελεγχόμενα, πολιτικά τοποθετημένα και σε διατεταγμένη υπηρεσία mainsteam media. Μάλιστα, επικαλέστηκε και το επιχείρημα του κοινωνικού διχασμού που προκαλούν τα social media. Επιχείρημα από το «social dilemma» του Netflix, που παρουσιαζόταν η Αμερική σε διχασμό εξαιτίας της στουντιακής δομής των social media, όπου ο καθένας βλέπει μόνο τους ομοίους του (που ισχύει σε μεγάλο βαθμό). Αποκρύπτονταν όμως δύο βασικά στοιχεία:
α) Η Αμερική ήταν αλήθεια σε διχασμό στην πραγματική ζωή που μεταφερόταν στα social media – και όχι το αντίστροφο.
β) Η μεγαλύτερη πηγή ελέγχου και χειραγώγησης μέσω των social media δεν είναι το search, αλλά η ηχογράφηση στα smartphones.
Επίσης, ο κ. Μητσοτάκης απέκρυψε ότι έχει χρησιμοποιήσει συστηματικά τα social media για να πετύχει κοινωνικό διχασμό με κακές πρακτικές (fake news, δολοφονία χαρακτήρων).
Και κυρίως, ο κ. Μητσοτάκης απέκρυψε ότι επιχειρούν την ανακατάληψη του χώρου των social media μετά από πολλά τελευταία γεγονότα, κάτι που δείχνει ότι τους ξέφυγε βάζοντας όλα τα λεφτά στα mainstream media.
Ξαναπιάνοντας το νήμα από την αρχή του κειμένου για τα mainsteam media, ας μείνουμε σε τέσσερα παραδείγματα των τελευταίων ημερών για τη Νέα Σμύρνη, τρία συν ένα, για να φανεί η διάκριση:
–Την παραποίηση του βίντεο με τους αστυνομικούς στο STAR.
–Την επίθεση στη Λιάνα Κανέλλη από τα γκισέμια του ΣΚΑΪ.
–Την «κόπι πάστε» αναπαραγωγή χθες το βράδυ από όλες τις μεγάλες προμετωπίδες της ηλεκτρονικής προπαγάνδας «έρευνας» για το πόσο ευθύνονται οι συγκεντρώσεις στην υπερμετάδοση του ιού.
–Και: προχθές το βράδυ ένας άνθρωπος μη πολιτικοποιημένος και που δεν του αρέσουν γενικά οι πορείες και η αναταραχή στη ζωή του (όπως ο ίδιος δήλωσε) ένιωσε εμπιστοσύνη να δώσει το βίντεό του, αλλά και να μιλήσει ο ίδιος στην εκπομπή της κας Γιάμαλη στο ΚΟΝΤΡΑ. Γιατί εκεί ένιωσε ότι και θα παίξει η μαρτυρία του και δεν θα τον ποδοπατήσουν.
Αυτό που συμβαίνει με τα media στη χώρα είναι πιο τραγικό από την περίοδο μέχρι το 2015, πιο τραγικό από την περίοδο 2015-2019. Η εκκωφαντική μονοφωνία, η διαστρέβλωση και η εξαφάνιση των γεγονότων είναι παρέμβαση στον πυρήνα της δημοκρατίας, είναι σκέλος της επιχείρησης για την πολιτειακή αλλοίωση.
Direct actions
Δεν έχει σημασία μόνο να καταγράφουμε τα γεγονότα – χρειάζεται και να παρεμβαίνουμε.
α. social media:
Υλικό και αδιάψευστα data σε μεγάλη διασπορά. Δεν έχουν σημασία τα likes, αλλά να γεμίζει ο ψηφιακός χώρος με υλικό και αδιάψευστα data.
Αυτοοργάνωση για τον έλεγχο της διαφάνειας και την απαίτηση της λογοδοσίας από τις πλατφόρμες. Ακόμα και με μαζικές αποχωρήσεις από αυτές (λεφτά χάνουν, ας είναι τζάμπα η χρήση).
Εναλλακτικά μέσα. Τα χρησιμοποιούν τα κινήματα σε χώρες που η παρέμβαση καθεστώτων στα social media είναι ευρεία.
Μικρότερες κοινότητες, αλλά με πολύ ανταγωνιστικές υπηρεσίες στα γνωστά προϊόντα. Αλγόριθμοι υπάρχουν.
β. mainstream media
Σύμφωνα με το e-tetradio.gr, από τον Μάρτιο του 2020 στον Μάρτιο του 2021 τα κεντρικά δελτία ειδήσεων έχασαν το ⅓ των τηλεθεατών τους. Δεν αρκεί μια ειρωνική αντιμετώπιση, πρέπει να χάνουν σε απήχηση, σε τηλεθέαση, σε ακροαματικότητα, σε κλικς. Και να χάνουν μαζικά.
Προφανώς και χρειάζεται η αναζήτηση εναλλακτικής ενημέρωσης, που θα στηρίζεται σε εγχειρήματα (μικρά ή και μεγαλύτερα) και θα σέβονται το κοινό τους (αγοράζοντας τις υπηρεσίες τους, δίνοντάς τους τη δυνατότητα να έχουν έσοδα όχι μόνο από διαφήμιση, αλλά και από συνδρομές κ.λπ.). Αλλά όταν στη χώρα κάποιος λέει «greek media», δεν έχει τίποτα το εναλλακτικό ή αξιοπρεπές στο μυαλό του. Εκτός αν είναι boomer.
Μένει στο χέρι του κάθε πολίτη κατά πόσο πρέπει να απέχει ή να μποϋκοτάρει τα μέσα που θεωρεί ως αναξιόπιστα. Είναι στο χέρι του επίσης η στήριξη της δημοκρατίας στη χώρα μας..




