
Ξύπνησα πριν χαράξει. Άνοιξα την πόρτα του σπιτιού και πέταξα τα κλειδιά πίσω από την πόρτα. Έφυγα χωρίς να κοιτάξω πίσω. Ούτε για μια στιγμή.
Περπατούσα δίχως σταματημό, πότε πιο αργά και πότε πιο γρήγορα. Κρατούσα σταθερό τον ρυθμό μου, αν και κάτι βαθιά μέσα μου με τσιγκλούσε να αρχίσω να τρέχω. Έμοιαζε σαν να άρχιζα να αναπνέω ξανά. Το βάδισμά μου αδιάκοπο, όπως και οι σκέψεις μου.
Το μυαλό έτρεχε γρηγορότερα από τις σκέψεις μου. Ήθελα να προλάβω να αναπληρώσω όλα εκείνα που έχασα μετά τον Μάρτη του ’20. Το ημερολόγιο στο χωλ –που έμεινε πίσω από την κλειστή πόρτα– έμεινε σταματημένο έναν χρόνο (και κάτι) πριν.
Ασθμαίνοντας πια, σταμάτησα στην άκρη του δρόμου. Τα αυτοκίνητα περνούσαν, ο κόσμος περνούσε, ο αέρας φυσούσε τα μαλλιά μου που έμπαιναν μες στα μάτια μου εμποδίζοντάς με να δω καθαρά. Κάτι έψαχνα να βρω, ένιωθα να τρέχω, ενώ τα πόδια μου ήταν καρφωμένα στο κράσπεδο.
Στον απέναντι τοίχο οι ξεθωριασμένες αφίσες θύμιζαν κάτι από την πρότερη ζωή. Ξαφνικά, περνούν από μπροστά μου στην αόρατη οθόνη διάσπαρτες στιγμές. Τι είναι, άραγε, οι στιγμές; Τι είναι η ζωή;
Η ζωή πριν, η ζωή τώρα, η ζωή αλλιώς. Η ζωή πάντα. Ίσως αν η ζωή ήταν όπως πριν, να μην έμοιαζε όπως τώρα – ίσως να μην ήξερες πώς μοιάζει αλλιώς.
(η ζωή) συνεχίζεται…




