
Η δημοσιογράφος που επιμένει ελληνικά, αν και γεννήθηκε, μεγάλωσε, έζησε, εργάστηκε και διακρίθηκε στην Νέα Υόρκη. Η «Φωνή της Ελλάδας» για όλους τους Έλληνες της Αμερικής διαδίδεται από τον διαδικτυακό ραδιοφωνικό σταθμό που δημιούργησε στο Los Angeles.
Με την Αντριάνα έχουμε υπάρξει «διαδικτυακές φίλες» και όχι μόνο, καθώς 14 χρόνια εργάστηκε στην ΕΡΤ και έγινε μόνιμη υπάλληλος από το 2006 (με το διάταγμα Παυλόπουλου).
Γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Νέα Υόρκη, ενώ από τις 2 Οκτωβρίου του 2015 διευθύνει το ελληνικό ραδιόφωνο στο Los Angeles.
Κάθε μέρα οι προσκλήσεις για « red carpet» που έχει είναι δεκάδες. Δεν υπάρχει event που να συμβαίνει και να μην είναι καλεσμένη. Εκτός από τους Έλληνες που, αν και χιλιάδες, τους γνωρίζει και την γνωρίζουν, διαθέτει εξαιρετικά στενές σχέσεις με Αμερικανούς και Έλληνες καλλιτέχνες, παραγωγούς, ηθοποιούς, μοντέλα, δημοσιοσχεσίτες, ατζέντηδες. Αν και για τις γνωριμίες της πολλοί στην Ελλάδα θα έδιναν και το «δεξί τους χέρι» για να τις αποκτήσουν, η ίδια, στην πρώτη βόλτα μας στο Calabasas, μου εξομολογήθηκε ότι η Ελλάδα της λείπει τόσο πολύ σε σημείο που να πηγαινοέρχεται τέσσερις με πέντε φορές τον χρόνο.
Την Νέα Υόρκη, όπου γεννήθηκε, μεγάλωσε, σπούδασε και διακρίθηκε, την εγκατέλειψε γιατί δεν αντέχει το κλίμα. Υγρασία, τυφώνες, κρύο, χιόνι και συνονθύλευμα ανθρώπων που ποτέ δεν συμφιλιώθηκε. Μετακόμισε στο Los Angeles, με κριτήριο το κλίμα της πόλης και το γενικότερο ελληνικού στυλ τοπίο: βουνό/θάλασσα.
ΕΡ.: «Ξέρεις ότι η Νέα Υόρκη για πολλούς συμπατριώτες μας είναι ένα όνειρο ταξιδιωτικού προορισμού. Θέλω να μου παρουσιάσεις τους λόγους που επιμένεις ότι η συγκεκριμένη πόλη δεν υπήρξε ποτέ “φιλόξενη για σένα”».
Α.Π.: «Αν και είναι όντως μια ονειρεμένη πόλη, με μοναδικές επιλογές για κάθε γευσιγνωστική προτίμηση και τρόπο διασκέδασης, και πάνω απ’ όλα με ελληνικό χαρακτήρα στις κατά τόπους ελληνικές παροικίες (φαγητό, διασκέδαση, καφετέριες, ελληνικά σούπερ μάρκετ κ.λπ.), είναι παράλληλα και μια πόλη με τρελούς ρυθμούς. Αυτοί ακριβώς οι τρελοί ρυθμοί και το κυνήγι του δολαρίου πάντα με απωθούσαν, αλλά και πάνω από όλα οι φρικτές για μένα καιρικές συνθήκες (θύελλες, παγετοί, βουνά από χιόνια, και τρομερή υγρασία)».

Με τον Ολυμπιονίκη Ιωάννη Μελισσανίδη
ΕΡ.: «Μίλησέ μου για την συμπεριφορά των αναγνωρίσιμων και διάσημων… Ποιες συναντήσεις θυμάσαι και γιατί;
ΑΠ.: «Με “επώνυμους” είχα μεγάλη επαφή από τα παιδικά μου χρόνια στην ΝΥ, καθώς οι γονείς μου είχαν ανθοπωλεία με μεγάλο πελατολόγιο καλλιτεχνών και τηλεοπτικών στούντιο. Αξέχαστες “γνωριμίες” πολλές πραγματικά (και μερικές με όχι και τόσο ευχάριστη γεύση). Όταν πέθανε ο πατέρας μου (ήμουν επτά ετών), μπαίνει μια μέρα στο μαγαζί η Angela Lansbury παραμονές Χριστουγέννων και βλέπει την μητέρα μου μαυροφορεμένη και κλαμένη. Την ρωτάει τι και πώς, και σε δύο ημέρες έρχεται στο μαγαζί με ένα ταξί και αφήνει πέντε τεράστιες σακούλες με δώρα και παιχνίδια, λέγοντάς της ότι είχε εντολή από “ψηλά” να τα φέρει για μένα. Ήμουν εκεί και η χαρά μου σαν εφτάχρονο παιδάκι, βλέποντας σακούλες από FAO SCHWARTZ (το καλύτερο κατάστημα για παιχνίδια στην 5η Λεωφόρο) και από το Bloomingdale’s (από τα ακριβότερα πολυκαταστήματα ρούχων κ.λπ.), θα μου μείνει αξέχαστη. Η Barbara Streisand, που αρνήθηκε να δώσει αυτόγραφο σε μένα κι ένα φιλαράκι μου, λέγοντας (κυριολεκτώ) “fuck off” σε δυο μικρά παιδάκια που περίμεναν με τις ώρες στον ψόφο. Οι John Lenon και Yoko Ono ήταν πελάτες μας (έμεναν στο Dakota, 72η οδό, δίπλα από το ένα μας μαγαζί), ήταν απίστευτα ευγενικοί και χαμηλότατων τόνων. Ο Mikhail Baryshnikov, όταν ήταν καλλιτεχνικός διευθυντής στο American Ballet Theater (όπου χόρευε 9 χρόνια), η Ingrid Bergman, εξαιρετική κυρία, είδωλο της μητέρας μου, η Shelley Winters, ο σχεδιαστής Perry Ellis, που στο ξεκίνημά του δώρισε ένα δαχτυλίδι του στην μητέρα μου για την ανθοδιακόσμηση που έκανε για ένα σημαντικό επαγγελματικό του πάρτυ. Ήταν πολλοί οι εξαιρετικοί πελάτες μας! Ο John Travolta (εποχή “Saturday Night Fever”), ο Tony Randall, ο Robert Duvall, όλοι τους ευγενικοί, απλοί, ακομπλεξάριστοι.
»Oι πιο συναρπαστικές στιγμές όμως, δύο: Στα γυρίσματα της ταινίας “3 Days of the Condor”, που γίνονταν δίπλα στο μαγαζί μας, κάναμε κάποιες συνθέσεις. Ερχόμενη από το σχολείο, μου λέει η μητέρα μου ότι το είδωλό μου, ο Robert Redford, είχε γυρίσματα δίπλα. Είκοσι βαθμοί υπό το μηδέν και χιόνια δύο μέτρα! Ετών δεκατεσσάρων εγώ, και περιμένω τουλάχιστον τέσσερις ώρες έξω να βγει απ’ το σπίτι που είχε τα γυρίσματα, έχοντας πιάσει κουβέντα με όλους τους βοηθούς ρωτώντας τους πότε θα βγει. Είχε παγώσει το αίμα μου κυριολεκτικά. Κοντό μαλλί αγορέ εγώ, βγαίνει και του λέει ένας τεχνικός: “Έχεις ένα μεγάλο fan εδώ και περιμένει ώρες”. Eτοιμοθάνατη εγώ από την ταραχή και την χαρά μου, μόλις ένα μέτρο από τον μεγάλο καρδιοκατακτητή της εποχής. Μου λέει ευγενικά: “Hi, sonny”. Με πέρασε για αγοράκι. Λιπόθυμη εγώ με τα ζουμιά έτοιμα να κατρακυλήσουν στα μάγουλα! Του λέω: “Mε λένε Αντριάνα και οι γονείς μου έχουν το ανθοπωλείο που στόλισαν το set των γυρισμάτων σας”. Nτράπηκε! Μου δίνει αυτόγραφο, φιλάκι στο μάγουλο και με αγκαλιάζει. Σε δεκαπέντε λεπτά έρχεται στο ανθοπωλείο, ζητώντας μια δωδεκάδα τριαντάφυλλα από τον πατριό μου για μια ξεχωριστή κυρία! Πληρώνει (ενώ η μητέρα μου δεν ήθελε να τα δεχτεί, αυτός επέμενε) και μου τα έδωσε λέγοντας: “These are for you, beautiful!”
»Η δεύτερη κορυφαία στιγμή μου… Καθώς περπατούσα με την μητέρα μου προς το μαγαζί μας, βλέπω τον Al Pacino να έρχεται κι εκείνος. Λέω της μητέρας μου: “O Αλ… με κοιτάζει επίμονα”. Ήμουν τότε δεκαοκτώ ετών. Κι εκείνος λέει στην μητέρα μου: “Kόρη σας;”. Εκείνη του λέει: “Nαι”. Και της λέει εκείνος: “Tην παντρεύεις;;”(!!!!)».
ΕΡ.: «Πότε και γιατί αποφασίζεις να έρθεις στην Ελλάδα και να εργαστείς;»
ΑΠ.: «Το 1994 με τον ξαφνικό θάνατο της μητέρας μου και την αναχώρηση του πατριού μου για την Ελλάδα, ήθελα να φύγω. Είμαι μοναχοπαίδι, και όλες αυτές οι δύσκολες αλλαγές στην ζωή μου με αποδυνάμωσαν, σωματικά και ψυχολογικά. Ήταν για μένα η καλύτερη ευκαιρία να πάω στην Ελλάδα που λάτρευα – και λατρεύω. Δυσκολεύτηκα επαγγελματικά. Τότε έμαθα την λέξη “βύσμα”, γιατί δεν είχα από αυτό. Γνώρισα τον αείμνηστο δημοσιογράφο και ΑΝΘΡΩΠΟ Πάνο Γεραμάνη για μια συνέντευξη, για να μιλήσω για την μητέρα μου, στην εκπομπή του στην ΕΡΑ 5 (ήταν ηθοποιός, τραγουδίστρια, κουνιάδα του συνθέτη/τραγουδιστή Σταύρου Τζουανάκου και γυναίκα του Μάριου Δαλέζιου, που είχε το πιο διάσημο μπαράκι και κέντρο, “Το μπαράκι του Μάριου” στην Αθήνα, όπου εργάστηκαν τα σπουδαιότερα ονόματα του λαϊκού πενταγράμμου). Με ρώτησε αν εργαζόμουν και του είπα: “Ψάχνω”. Σε τρεις ημέρες, μου τηλεφώνησε για να πάω στον ΔΟΛ, στην “Athens News”, την αγγλόφωνη εφημερίδα, εκ μέρος του. Δούλεψα εκεί τέσσερις μήνες και μου ξανατηλεφωνεί να πάω στην ΕΡΤ, να μιλήσω στην ΕΡΑ 5 για το αγγλόφωνο ραδιόφωνο, το ΡΑΔΙΟ ΦΙΛΙΑ, όπου ήμουν 14 χρόνια. Δεν τον ξεχνώ ούτε στιγμή, ποτέ δεν του ζήτησα βοήθεια, γίναμε φίλοι μέχρι εκείνο το Πάσχα που χαιρετηθήκαμε στο Ραδιομέγαρο και το Μεγάλο Σάββατο μας άφησε…»
ΕΡ.: «Ποιος είναι ο κυριότερος παράγοντας που σε κάνει να επιστρέψεις στην Αμερική; Και γιατί επιλέγεις την Καλιφόρνια; Ποιο ήταν το κόστος γι’ αυτή σου την απόφαση τόσο σε επίπεδο επαγγελματικό όσο και προσωπικό;»
ΑΠ.: «Πολύ απλά, η κρίση. Δυστυχώς. Η ιδέα της Καλιφόρνια ήρθε μετά από πέντε χρόνια παραμονής στην ΝΥ (και μεγάλης υπομονής στα κρύα, τις βροχές, τους τυφώνες), ύστερα από πρόταση που δέχτηκε ο άντρας μου ως μηχανικός (engineer) στην μεγαλύτερη εταιρεία ήχου, την Harman International. Το καλό κλίμα που μ’ ενδιέφερε είχε το δικό του μεγάλο κόστος, καθώς για δεύτερη φορά έπρεπε να εγκαταλείψω φίλους, το γνώριμο περιβάλλον, το καλό φαγητό, ελληνικό και μη, και συν τοις άλλοις ακόμη πιο μακριά από την Ελλάδα, χωρίς απ’ ευθείας πτήση πια!»

Με τον Χριστόφορο Παπακαλιάτη
ΕΡ.: «Είναι εύκολο για μια ελληνικής καταγωγής δημοσιογράφο να επιχειρεί στο Los Angeles, και ποιες είναι οι δυσκολίες, αν υπήρξαν, στην δημιουργία του διαδικτυακού ραδιοφώνου;»
ΑΠ.: «Όχι, δεν είναι εύκολο. Όμως όλες οι επαγγελματικές δραστηριότητες έχουν το ρίσκο τους και τον βαθμό δυσκολίας, ειδικότερα σε ένα μέρος που δεν έχει ιδιαίτερα οργανωμένη ομογένεια και είναι αρκετά απομακρυσμένη από το ελληνικό γίγνεσθαι. Επίσης, μεγάλη δυσκολία είχε και το όλο “στήσιμο”, καθώς είναι πολύ αυστηροί οι κανόνες και η νομοθεσία σχετικά με τα πνευματικά δικαιώματα. Και θέλουμε να είμαστε– και είμαστε– 100% νόμιμοι σε όλα τα επίπεδα ύπαρξης και λειτουργίας του ραδιοφώνου μας».
ΕΡ.: «Ποιοι είναι οι Έλληνες που έχεις φιλοξενήσει στην εκπομπή σου και εκτιμάς;»
ΑΠ.: «Στο LA έχω γνωρίσει πολλούς Έλληνες ηθοποιούς, είτε που κάνουν καριέρα εδώ ή που έρχονται κατά καιρούς για τα διάφορα κινηματογραφικά φεστιβάλ του LA και για άλλες επαγγελματικές υποχρεώσεις. Όπως οι Σωκράτης Αλαφούζος, Χρήστος Βασιλόπουλος, Χριστόφορος Παπακαλιάτης, Γιώργος Καραμίχος, Πάνος Βλάχος, Ιωάννα Τριανταφυλλίδου, Μαρία Καβογιάννη, Τάσος Μπουλμέτης, Έβαν Σπιλιοτόπουλος, Βαγγέλης Κορακάκης, Κώστας Μαρτάκης, Πάνος Κιάμος, Γιώργος Τσαλίκης, Κορίνα Τσοπέη, Peter Economides, Ηλίας Βρεττός, Michael Constantine (Nick Portokalos MBFGW), Louis Mandylor, Kostas Christides, Maria Kavogianni, Elena Kountoura, Mike Dukakis, Nikolaos Mpravos, Giorgos Sarris, Kelly Vlhakis (Earth Friendly Products), Dr. Menas Kafatos, Alexander Payne, Simon Kassianides, JK Simmons, Billy Zane, Pyrros Dimas, Sofia Milos, Pygmalion Dadakarides, Sotiris Zafoulas, Joanna Topetzis, Thaao Penghlis, Peter Karanikas (Variety) Anthony Skordi, Angelo Tsarouchas, VASSY, Alexia Vassiliou, Ioannis Melissanidis, Greg Kinnear, Tasos Bulmetis, Dimitris Giannetos κ.ά. Αναμφισβήτητα όμως ο άνθρωπος που μου έχει κάνει την σπουδαιότερη εντύπωση είναι ο σπουδαίος μας σεναριογράφος Evan Spilitopoulos (“Beauty and the Beast”, “Hercules”, “The Huntsman”). Είχα την χαρά και τηλεοπτικά και ραδιοφωνικά να συνομιλήσω μαζί του. Ήθος, προσιτός, σπουδαίος επαγγελματίας που, με πολύ σκληρή δουλειά, επιμονή και επιμονή, έχοντας φτάσει στο “αμήν” πριν από λίγα χρόνια, κατάφερε με το ταλέντο του και την μαγική του πένα να συναρπάσει τους πάντες και αναμένεται να κάνει μεγάλη εντύπωση στα φετινά Όσκαρ για το “Beauty and the Beast”, που έχει κάνει εισπράξεις $1,2 δισ. δολάρια!»
ΕΡ.: «Δώσε μου μια εικόνα για το αν και κατά πόσο οι Έλληνες δεύτερης γενιάς γνωρίζουν τι ακριβώς συμβαίνει στην Ελλάδα, όπως επίσης για το αν η πλειοψηφία των Αμερικανών γνωρίζει την μεγάλη κρίση που περνάει η Ευρώπη».
ΑΠ.: «Θα έλεγα ότι ειδικότερα στην δυτική ακτή, ίσως λόγω απόστασης, σπανιότερων ταξιδιών στην Ελλάδα, σε κάποιες, δυστυχώς, περιπτώσεις λόγω έλλειψης ενδιαφέροντος (το ενδιαφέρον περιορίζεται στις συνταγές της γιαγιάς), υπάρχει μια επιφανειακή υπερηφάνεια της ελληνικότητας που αγγίζει τα όρια του κιτς (περικεφαλαίες, μολών λαβέ, proud to be Greek κ.λπ.). Όσο για την κρίση, έχουν μια εικόνα ότι η Ελλάδα έχει κάποια προβλήματα και σε κάποιες περιπτώσεις λένε ότι η Ελλάδα είναι παντελώς κατεστραμμένη – ένα ράδιο αρβύλα σύνδρομο. Υπάρχει μια εικόνα των τεμπέληδων Ελλήνων. Είναι δύσκολο να κατανοήσουν πως στην Αμερική εργάζεται κάποιος εννέα, δέκα και δώδεκα ώρες ημερησίως έως τα 65-67 του χρόνια, ενώ στην Ελλάδα βγαίνουν στην σύνταξη στα 50. Και έχουν άδεια ένα μήνα. Από την άλλη, είναι δύσκολο να γνωρίζει κάποιος την κατάσταση στην Ελλάδα, αν δεν ζήσει την όλη κατάσταση. Με πειράζουν αυτές οι κοινές γραμμές του τύπου “κακομοίρα Ελλάδα”, ή “καλά να πάθουν οι Έλληνες”, όταν δεν έχουν ζήσει κάποια χρόνια εκεί ή επισκέπτονται το χωριό τους κάθε πέντε-έξι χρόνια.
»Αυτά όσον αφορά τους Έλληνες δεύτερης γενιάς.
»Όσον αφορά τους Αμερικανούς, τα πράγματα είναι λίγο καλύτερα, καθώς –αν δεν είναι θύματα των συστημικών μίντια με τα καθιερωμένα δελτία που πλασάρονται– έχουν μια αρκετά καλή εικόνα για το τι ακριβώς συμβαίνει στην Ελλάδα, πολύ καλύτερη θα έλεγα από τους ομογενείς σε αρκετές περιπτώσεις. Κάποτε στις ΗΠΑ δεν υπήρχαν μέσα, ενημέρωση κ.λπ. Τώρα όμως υπάρχουν δυνατότητες να έχει κάποιος όλα τα ελληνικά κανάλια από κάθε γωνιά της χώρας, όπως έχω εγώ. Όμως δεν ενδιαφέρονται, ειδικά εδώ στην δυτική ακτή, κάτι που θα βοηθούσε πολύ και στο θέμα της γλώσσας, το οποίο σχεδόν μας έχει τελειώσει στο μεγαλύτερο μέρος, και ειδικά θα βοηθούσε τα παιδιά, καθώς θα μπορούσαν να βλέπουν παιδικές εκπομπές και να εξασκείται το αυτάκι τους… Αλλά… δεν! Κανένα ενδιαφέρον. Πριν από 80-100 χρόνια κάποιοι Έλληνες μετανάστες ένιωθαν κόμπλεξ εδώ, και ήθελαν με κάθε τρόπο να ενσωματωθούν στην εδώ κοινωνία ξορκίζοντας κατά κάποιον τρόπο κάθε ελληνικό στοιχείο από πάνω τους. Τραγικά πράγματα, κατ’ εμέ».

Με τον Χρήστο Βασιλόπουλο
ΕΡ.: «Πόσες ώρες την ημέρα βλέπεις τηλεόραση;»
ΑΠ: «Περίπου δυο-τρεις καθημερινά. Παρακολουθώ διάφορα δελτία ειδήσεων από Ελλάδα, συνεντεύξεις και λίγες life style εκπομπές για να ενημερώνομαι για το pop- culture της Ελλάδος! Επίσης μ’ αρέσουν παλιές ελληνικές ταινίες».
ΕΡ.: «Τι αγαπάς στον τρόπο ζωής εδώ που δεν το βρίσκεις στην πατρίδα;»
ΑΠ.: «Επαγγελματικά πρωτίστως, αξιοκρατία, σεβασμός, να πληρώνεσαι στην ώρα σου –και στον ιδιωτικό τομέα–, η έλλειψη εξάρτησης από το δημόσιο για το κάθε τι, ισονομία, σεβασμός στα ΖΩΑ και στο περιβάλλον, ισότητα…»
ΕΡ.: «Τι νομίζεις ότι πρέπει να ξέρει ο Έλληνας καλλιτέχνης που επιθυμεί με κάθε μέσο και τρόπο να έρθει στο Los Angeles για να δοκιμάσει την… τύχη του;»
ΑΠ: «Κατ’ αρχάς, να είναι νόμιμος με τα “χαρτιά” του, με ό,τι αυτό συνεπάγεται. Και πάνω απ’ όλα να είναι προετοιμασμένος για πολύ τρέξιμο, να έχει μια εργασία (σερβιτόρος, πόρτα κ.λπ. για τα προς το ζην, καθώς είναι πανάκριβα εδώ, ενοίκια, διατροφή, έξοδα επαγγέλματος – δημοσιοσχεσίτες, μάνατζερ, στυλίστες, φωτογραφήσεις), επιμονή, υπομονή και έτοιμος για πολλές απογοητεύσεις και απορρίψεις. Είναι εκατοντάδες χιλιάδες άτομα που τρέχουν στους ίδιους κύκλους, για κάστινγκ, καθημερινά για τον ίδιο ρόλο, για διαφημιστικό… Γενικά, είναι ΠΟΛΥ δύσκολο, θέλει πειθαρχημένη υπομονή – αλλά και ΠΑΛΙ αυτό δεν εγγυάται καμία επιτυχία. Μόνο αν κοιτάξουμε πόσοι καταφτάνουν καθημερινώς στο Χόλυγουντ κάθε χρόνο, και δούμε πόσοι νέοι ηθοποιοί γίνονται γνωστοί ετησίως, θα καταλάβουμε πόσο εξαιρετικά δύσκολο είναι».

Andriana Petratos
Executive Producer/Creative Director
LA Hellenic Radio – LA Hellenic Media Group

