
Ο πρίγκιπας Κάρολος, κατά την αντιφώνησή του στην ομιλία της Προέδρου της Δημοκρατίας στο Προεδρικό Μέγαρο, έκλεισε την ομιλία του με την περίφημη φράση του Διονύσιου Σολωμού «Χαίρε, ω χαίρε Ελευθεριά».
Ο πρίγκιπας της Ουαλίας δήλωσε ότι «νιώθει βαθιά συνδεδεμένος με την Ελλάδα, με την ιστορία της, τα τοπία της, τον πολιτισμό της», και η αλήθεια είναι ότι δεν είναι η πρώτη φορά που εκφράζει τον θαυμασμό του για την Ελλάδα, καθώς είναι η πατρίδα του παππού του, και ο τόπος γέννησης του πατέρα του, πριν από σχεδόν εκατό χρόνια, στην εκατονταετηρίδα της Ελληνικής Επανάστασης. Ο πατέρας του, πρίγκιπας Φίλιππος, και ο παππούς του πρίγκιπας Ανδρέας ήταν μέλη της ελληνικής βασιλικής οικογένειας. Ο προπάππος του είναι ο βασιλιάς Γεώργιος Α΄ των Ελλήνων.
Ποιος ήταν ο πρίγκιπας Ανδρέας
Ο Κάρολος έμελλε να μη γνωρίσει ποτέ τον παππού του, πρίγκιπα Ανδρέα, που πέθανε το 1944 εξόριστος στη Γαλλία. Ο Ανδρέας δεν μπόρεσε ποτέ να συγχωρήσει τη στάση των Ελλήνων απέναντί του. Μετά την αμφιλεγόμενη συμμετοχή του στη Μικρασιατική εκστρατεία καταδικάστηκε σε θάνατο και χρειάστηκε η παρέμβαση της Αγγλίας για να γλιτώσει το εκτελεστικό απόσπασμα. Έφυγε από την Ελλάδα κακήν-κακώς με ένα βρετανικό πολεμικό πλοίο, παίρνοντας μαζί του και την οικογένειά του που ζούσε στο ανάκτορο Μον Ρεπό στην Κέρκυρα.
Ο πρίγκιπας Ανδρέας -ή αλλιώς «Βασιλόπαις» Ανδρέας όπως τον αποκαλούσαν- ήταν ο τέταρτος γιος του Γεωργίου του Α’. Εκπαιδεύτηκε στη Στρατιωτική Σχολή των Ευελπίδων απ’ όπου αποφοίτησε το 1901 και κατετάγη στο Ιππικό με τον βαθμό του ανθυπίλαρχου. Μετείχε στους Βαλκανικούς Πολέμους ως επίλαρχος στο Γενικό Στρατηγείο, ακολούθως προάχθηκε στον βαθμό του συνταγματάρχη και ανέλαβε τη διοίκηση συντάγματος ιππικού, την οποία διατήρησε –με μικρή διακοπή– μέχρι την αναχώρηση του βασιλιά Κωνσταντίνου από την Ελλάδα το 1917.
Ήρθε στην Ελλάδα το 1920 και ανέλαβε ξανά τα στρατιωτικά του καθήκοντα. Παρ’ ότι ο Ανδρέας πρωτοστάτησε στη Μικρασιατική εκστρατεία, ακολουθώντας μια σειρά μαχών στήθος με στήθος με τους Τούρκους, στο σώμα στρατού είχε επέλθει κόπωση πια, και λίγο μετά την πανωλεθρία του στρατού ακολούθησε η Μικρασιατική Καταστροφή. Οι συνέπειες ήταν τραγικές και ο λαός διψούσε για απονομή δικαιοσύνης. Τότε εκδηλώνεται το κίνημα Πλαστήρα και την εξουσία αναλαμβάνει η Επαναστατική Επιτροπή.

Η συνέχεια ήταν να παραπεμφθεί ο Ανδρέας σε στρατοδικείο τον Νοέμβριο του 1922.
Η Δίκη των 6
Είχε προηγηθεί η Δίκη των έξι, το πρωί τής 15ης Νοεμβρίου 1922, στο κτίριο της Βουλής των Ελλήνων. Οι Γεώργιος Χατζηανέστης (αντιστράτηγος), Δημήτριος Γούναρης (πρώην πρωθυπουργός), Νικόλαος Στράτος (πρώην πρωθυπουργός), Πέτρος Πρωτοπαπαδάκης (πρώην πρωθυπουργός), Γεώργιος Μπαλτατζής (υπουργός Εξωτερικών επί Γούναρη και Πρωτοπαπαδάκη) και Νικόλαος Θεοτόκης (πρώην υπουργός Στρατιωτικών), όλοι εκλεγμένοι πολιτικοί καταδικάστηκαν σε θάνατο και εκτελέστηκαν στο Γουδή, μόλις δύο ώρες μετά την ετυμηγορία. Μάταια πίεσαν οι Βρετανοί να τους δοθεί χάρη.
Στον πρίγκιπα Ανδρέα απαγγέλθηκε η κατηγορία της ανυπακοής. Κατηγορήθηκε ότι σε μια κρίσιμη καμπή της μάχης, όπου επικρατούσε ο ελληνικός στρατός, αρνήθηκε να κάνει τον ελιγμό που είχε διατάξει ο αρχιστράτηγος Αναστάσιος Παπούλας με σκοπό να κλείσει τα νώτα του Α΄ Σώματος Στρατού και να κυκλώσει τους Τούρκους. Αυτό είχε ως συνέπεια ο στρατός του Κεμάλ να βρει οδό διαφυγής από τα πλάγια και να αντέξει στην ελληνική επίθεση. Η απόφαση και εδώ ήταν αναμενόμενη. Καταδικάστηκε σε θάνατο. Ωστόσο η ποινή δεν εκτελέστηκε ποτέ, γιατί η επέμβαση της Βρετανίας ήταν άμεση. Μετά από πιέσεις του Άγγλου πλοιάρχου Τάλμποτ και την παρέμβαση του Θεόδωρου Πάγκαλου, ο οποίος ήταν συμμαθητής του στη Σχολή Ευελπίδων, η ποινή του μετατράπηκε σε ισόβια εξορία από την Ελλάδα, ενώ διαγράφηκε από το μητρώο των αξιωματικών.

Η συνέχεια ήταν να φυγαδευτεί σε στο βρετανικό αντιτορπιλικό «Καλυψώ» με τη σύζυγό του Αλίκη, με κατεύθυνση αρχικά την Ιταλία και στη συνέχεια τη Γαλλία, όπου εγκαταστάθηκε σε προάστιο του Παρισιού, υπό την άγρυπνη προστασία των Βρετανών.

Η επιστολή του Ανδρέα και οι «Απαίσιοι Έλληνες»
Ο Ανδρέας, όντας πληγωμένος, εξόριστος πια, δεν μπόρεσε να συγχωρήσει ποτέ τη στάση της Ελλάδος απέναντί του. Λίγο αργότερα, έγραψε τη -γεμάτη οργή- επιστολή προς τον φίλο του Ιωάννη Μεταξά: «Ἀπαίσιοι πραγματικῶς εἶναι οἱ ἐδῶ Ἕλληνες, ἐκτὸς ἐλαχίστων. Ἐπικρατεῖ Βενιζελισμὸς ὀγκώδης καὶ κατὰ τὴν 15ην Δεκεμβρίου εἶχον κλείσει σχεδὸν ὅλα τὰ καταστήματα. Θὰ ἤξιζε πράγματι νὰ παραδώσωμεν τὴν Σμύρνην εἰς τὸν Κεμὰλ διὰ νὰ τοὺς πετσοκόψῃ ὅλους αὐτοὺς τοὺς ἀχρείους, οἱ ὁποῖοι φέρονται οὕτω κατόπιν τοῦ φοβεροῦ αἵματος ὅπερ ἐχύσαμεν ἐδῶ. Αἵματος τῆς Παλαιᾶς Ἑλλάδος δέ, διότι ὅλα τὰ παιδιὰ τῶν ὁπωσδήποτε καλυτέρων οἰκογενειῶν τῶν ἐνταύθα ὑπηρετοῦν εἰς τὴν Σμύρνην καὶ τὰ μετόπισθεν, ἀλλοίμονον δὲ ἂν ἓν οἱονδήποτε τμῆμα εὑρεθῇ σχηματισμένον μόνον ἀπὸ Μικρασιάτας καὶ ἐνώπιον τοῦ ἐχθροῦ…»
Η φυγάδευση του Φίλιππου και η γιαγιά Αλίκη
Ο ίδιος ο Φίλιππος –ο πατέρας του Κάρολου- φυγαδεύτηκε από τη χώρα μέσα σε ένα καφάσι από πορτοκάλια. Τα αισθήματά του για τη χώρα στην οποία γεννήθηκε παρέμειναν πάντα αμφίσημα και αντιφατικά. Δεν έζησε ποτέ στην Ελλάδα και κληρονόμησε όλη τη δυσπιστία του πατέρα του απέναντι στη χώρα.
Δεν ισχύει όμως το ίδιο για τον πρίγκιπα Κάρολο. Ήταν η γιαγιά του Κάρολου, η πριγκίπισσα Αλίκη, που έπαιξε καταλυτικό ρόλο στην αγάπη του για την Ελλάδα. Ήταν αυτή που του μεταλαμπάδευσε μια άλλη εικόνα για την Ελλάδα.
Παρ’ ότι η Αλίκη ήταν λιγότερο αγαπημένη για τον Κάρολο, από την άλλη του γιαγιά, τη βασιλομήτορα Ελισάβετ, ήταν εκείνη που κράτησε και άνοιξε το κλειδί της σύνδεσης του Καρόλου με την Ελλάδα.
Η πριγκίπισσα Αλίκη και εγγονή της Βασίλισσας Βικτωρίας, στη διάρκεια της εξορίας της με τον πρίγκιπα Ανδρέα στο Παρίσι, αντιμετώπισε μια σειρά από ψυχολογικά προβλήματα, και μάλιστα νοσηλεύτηκε επί μακρόν σε ψυχιατρική κλινική, μακριά από την οικογένειά της.

Η Αλίκη όμως ήταν με τον δικό της τρόπο μια συναρπαστική φιγούρα. Κατάφερε να ξεπεράσει τα προβλήματά της, και στο τέλος της δεκαετίας του 1930 επέστρεψε στην Ελλάδα. Εκεί αφιέρωσε τη ζωή της στην προσφορά, ιδρύοντας το μοναστικό τάγμα. Έμεινε μέχρι και την Κατοχή, όπου βοήθησε πολύ κόσμο με συσσίτια, για να επανασυνδεθεί, μετά από πολλά χρόνια, με τον Φίλιππο, αφήνοντας πίσω για πάντα την Ελλάδα που τόσο αγαπούσε.




