
«Γνωστός τραγουδιστής συνελήφθη με ναρκωτικά». Ποιος είναι ο «γνωστός»; Πολλοί άρχισαν να ψάχνονται μεταξύ τους. Ο θολός κόσμος των ναρκωτικών, το βύθισμα, η ανάγκη για επιβεβαίωση, η υπερ-προβολή.
Κι αμέσως μετά η δυσκολία να είσαι κάθε μέρα εύθυμος κι ωραίος: να χαίρεσαι που ανεβαίνεις τόσο ψηλά, μα η κορυφή, που τόσο ήθελες ν’ αγγίξεις, να σου προκαλεί ίλιγγο. Να μην είναι έτσι όπως τη φαντάστηκες. Να έχει άγρια θηρία, με όμορφα χαμόγελα. Κι αμέσως μετά, να σου προκαλεί βέρτιγκο, η ανάγκη να παραμείνεις στην κορυφή, να αγωνίζεσαι διαρκώς, για να μην πέσεις.
Φίλοι να γίνονται εχθροί, κι εχθροί να γίνονται φίλοι. Ζήλια, φθόνος, αγάπη να μπλέκονται και να μην ξέρεις να διαλέξεις ποιο είναι το σωστό και να χάνεις τον εαυτό σου. Η κοινωνική τροχιά είτε πάνω είτε κάτω έχει παρενέργειες.
Οι καλλιτέχνες ανέκαθεν διεκδικούσαν τη διαφορετικότητά τους και κάποιοι στα όρια της υπερβολής. Δεν συμβαίνει με όλους. Εξαρτάται από πολλά πράγματα, από προσλαμβάνουσες, από ταλαιπωρίες. Δεν γεννήθηκαν όλοι από την ίδια κοιλιά, με τις ίδιες δυνατότητες ή προβλήματα. Δεν γεννήθηκαν όλοι ψύχραιμοι απέναντι στην επιτυχία. Και δεν γεννήθηκαν όλοι να μοιράζονται τα ίδια ανθρωπιστικά ιδεώδη. Δεν πήραν όλοι από τις οικογένειές τους, από την τοπική κοινωνία τις ίδιες αρχές. Δεν γεννήθηκαν όλοι να πηγαίνουν σ’ εξορίες για τη δημοκρατία ή να τους παίρνουν το διαβατήριο. Δεν γεννήθηκαν όλοι να λέγονται «ποιοτικοί» και να τους δίνουν τραγούδια οι καλύτεροι ή ν’ ανεβαίνουν με ευκολία. Ακόμη κι αν αυτό λέγεται «μπουζουκερί», όμως, και το λουλουδικό να πηγαίνει σύννεφο, μαζί με τον καπνό και το αλκοόλ η Τέχνη μπορεί να χωρέσει σε ζοφερά υπόγεια.
Η Τέχνη μπορεί να σταθεί σε χώρους γεμάτους καπνό και νταλγκάδες, να έχει φωνή με μέταλλο και ψυχή. Το ν’ ασχολείσαι με τη νύχτα καθεαυτή ή κάθε βράδυ να δίνεις τη μάχη να είσαι τέλειος, σε μια συναυλία, σε μια θεατρική παράσταση, στα μπουζούκια, έτσι κι αλλιώς δεν είναι εύκολο πράγμα. Είναι μια δοκιμασία με τις ανθρώπινες αντοχές.
Το πριν και το μετά…
Μια φορά κι έναν καιρό, ήταν ο Στράτος Διονυσίου που βρέθηκε στην απέναντι όχθη κι έμεινε και στη φυλακή για ναρκωτικά. Μια φορά κι έναν καιρό, ήταν ο Άκης Πάνου που πυροβόλησε και σκότωσε τον υποψήφιο γαμπρό του κι έμεινε άρρωστος να εκτίει ποινή. Ο Νίκος Σεργιανόπουλος έφυγε τόσο γρήγορα και είχε θέμα με τα ναρκωτικά. Ο συγχωρεμένος ο Λαυρέντης Μαχαιρίτσας είχε παραδεχτεί πως είχε εξάρτηση. Ο αναμάρτητος πρώτος τον λίθο βαλέτω.
Συχνά η Τέχνη και τα ναρκωτικά ή η εξάρτηση από το αλκοόλ ή το χαρτί συγγενεύουν. Ατέλειωτος ο κατάλογος κι εδώ και στο εξωτερικό. Και παιδιά γνωστών οικογενειών, που «τα ’χουν όλα» είναι τα πιο ευάλωτα στη σύριγγα ή τη μυτιά. Γιατί τα είχαν όλα, μα δεν είχαν αγάπη, φροντίδα, στη σωστή δοσολογία, όπως ή όταν έπρεπε. Τι μας έκανε εντύπωση λοιπόν; Πως ήταν ο Σφακιανάκης, αυτός; Και γιατί; «Εγώ ψήφισα τη Χρυσή Αυγή γιατί, δυστυχώς, αυτά τα παιδιά από τον Κολωνό, τα Πετράλωνα, το Πέραμα είναι καλύτεροι απ’ όλους αυτούς τους γραβατωμένους, οι οποίοι με το γάντι σφάζουν κοινωνίες ολόκληρες». Πόνεσε ετούτη η δήλωσή του, πολύ και πολλούς, που τον ακολουθούσαν. Πόνεσε και δεν ήταν η μόνη. Το λαϊκό παιδί, απέναντι στους γραβατωμένους, ως εύκολη λαϊκίστικη αλλά στρεβλή κι απάνθρωπη λύση.
Ο κόσμος του αλκοόλ
Ειδικά στα νυχτερινά μαγαζιά είναι εύκολο κάποιος να μπλέξει με το αλκοόλ, όταν τον κερνά το μαγαζί. Η έντονη έκθεση, η ανθρωποφαγία, η αλλαγή συμπεριφορών, η απότομη άνοδος ή πτώση μπορούν να δημιουργήσουν δύσκολες ψυχολογικές διαταραχές, αν κάποιος άνθρωπος ήταν ευάλωτος από πριν. Κανείς δεν τον έχει προετοιμάσει από πριν πως θα νιώσει ως μικρός θεός, αλλά την επόμενη ημέρα μπορεί να μην τον θυμάται κανείς ή να τον θυμάται με αρνητικό πρόσημο. Κανείς δεν τον έχει προετοιμάσει για τον έντονο ανταγωνισμό των εταιρειών, για τη θέση στη μαρκίζα, για τις αμοιβές, για τις δυσκολίες που μπορεί ν’ αντιμετωπίσει ή τις χαρές.
Τι μας έκανε εντύπωση λοιπόν; Το «Πατρίς, Θρησκεία, Οικογένεια», που ώρες-ώρες είναι ορισμός της υποκρισίας. Αυτό. Το στρεβλό «Πατρίς, Θρησκεία, Οικογένεια», που μας πέταξε στα μούτρα ο Νότης Σφακιανάκης διαχωρίζοντας εαυτόν του από εμάς, τη μάζα που τον πρόδωσε.
Γιατί ο Νότης διεκδίκησε για τον εαυτό του το τρίπτυχο, που υπάρχει στα χαρτιά αλλά δυσκολεύεται στην πράξη. Αφορά όλους εκείνους, που ντύνονται τον μανδύα του αψεγάδιαστου οικογενειάρχη, αλλά μπορεί το σπίτι να μπάζει νερά.
Υπό αυτήν την έννοια, ο Νότης είναι ένα σύμβολο, που μας έφερε πρόσωπο με πρόσωπο με την υποκρισία του, όταν η οικογένεια δεν είναι έτσι όπως την είχαμε φανταστεί, κι όταν ακόμη η πατρίδα γίνεται πατριδοκαπηλία ή η θρησκεία ακόμη και ως αυτοκαταστροφή απαγορεύεται.
Ο υπερπατριώτης Νότης και η συγγνώμη που δεν φάνηκε
Ο Νότης είδε τον εαυτό του ως τιμητή των πάντων, ως (υπέρ)-πατριώτη με πολλούς αστερίσκους, κάνοντας στραβά μάτια σε ό,τι δεν βολεύει. Το πλήρωσε και θα το πληρώνει για πάντα με τη στάση του. Και δεν είναι στην ηλικία άλλων της Τέχνης, που λες, άντε οι έρημοι ξεκούτιαναν για ν’ αποκαλούν τους χρυσαυγίτες «αγαπημένους φασίστες» ή να θέλουν «να σωθούν οι γέροι αντί για τα μωρά» και «οι γυναίκες φταίνε για τους βιαστές τους».
Ναι, η είδηση δεν έσκασε σαν βόμβα. Ο Νότης Σφακιανάκης, που έχει συνδέσει το όνομά του μ’ ένα από τα ωραιότερα ζεϊμπέκικα της σύγχρονης Ελλάδας, συνελήφθη. Ο Νότης, αντί για αετός που πεθαίνει στον αέρα, έγινε ο θεματοφύλακας της Χρυσής Αυγής. Ο Νότης, που όταν πρωτοβγήκε στα νυχτερινά κέντρα όλοι μιλούσαν για το ταλέντο του, μπήκε σε μία μεγάλη περιπέτεια. Ο Νότης, που τα τελευταία χρόνια έγινε πιο γνωστός από τις ιδιοτροπίες του, απ’ ό,τι γι’ αυτά που τον αγάπησε ο κόσμος και θα μπορούσε να προσφέρει.
Το να μένεις στα ψηλά, δεν είναι εύκολο. Το να επιμένεις όμως στο «Πατρίς, Θρησκεία, Οικογένεια», ενώ όλα αυτά με τον τρόπο σου και τη ζωή σου δεν τα έχεις τηρήσει, είναι μια άλλη αντίφαση. Και δεν είσαι μικρό παιδί, για να δικαιολογηθείς, πως φταίει ο Χατζηπετρής για το ίδιο λάθος. Γιατί ο Νότης δεν σκέφτηκε αν κάνει κάπου λάθος. Κι αν το σκέφτηκε, συγγνώμη δεν ζήτησε από τη Μάγδα, τον πατέρα του Σαχζάτ Λουκμάν, των ψαράδων από την Αίγυπτο. Δεν σκέφτηκε ότι όλους αυτούς τους πείραξε η γνώμη του, γιατί το πλήρωσαν με το αίμα της καρδιάς τους ή με τον φόβο να φωλιάζει μέσα τους.
Δεν είναι ο μόνος που υποκριτικά ασπάζεται ένα σύνθημα, που ίσως θεωρεί πως τον αγγίζει. Δεν είναι ο μόνος που βρήκε κώδικα επικοινωνίας με τους χρυσαυγίτες. Το λάθος μπορεί να γίνει μία φορά. Ο κώδικας απέναντι στον «άντρα» τον «νταή», τον «ματσό», και απέναντι στον αδύναμο. Η τέχνη, η πραγματική δεν ασπάζεται τον νταή απέναντι στον αδύναμο.
Ας ξεκαθαριστεί, όμως, και η διαχρονική καραμέλα. Δεν είναι όλοι οι αριστεροί κατά της θρησκείας. Δεν ασπάζονται όλοι οι Συριζαίοι τις απόψεις του Νίκου Φίλη. Θρησκεία με μακριές τσέπες δεν θέλουν. Αν ήταν έτσι, εκατοντάδες χιλιάδες θρησκευτικοί γάμοι αριστερών δεν θα είχαν γίνει από το 1917 μέχρι σήμερα. Οι ιδέες για αλληλεγγύη και ανθρωπιά είναι βάσεις της Αριστεράς, εκεί που άλλοι, κατ’ επίφαση χριστιανοί, υπερθεματίζουν να βουλιάζουν σαπιοκάραβα με μετανάστες.
Παντού σε όλους τους λαούς του πλανήτη υπάρχουν άνθρωποι που θρησκεύονται, γιατί πιστεύουν πως ο Θεός φτιάχτηκε για τα πλάσματα όλης της γης κι όχι μόνο για τους ισχυρούς.
Αν ο Νότης δεν επέμενε τόσο πολύ να στηρίζει την εγκληματική οργάνωση, ίσως τα πράγματα να ήταν αλλιώς. Ίσως η ανθρωποφαγία απέναντί του –που δεν την ασπάζομαι απέναντι για κανέναν κατηγορούμενο– να ήταν σε μικρότερο βαθμό.
Έδειξε όμως, χωρίς να το επιδιώκει, και την υποκρισία, η οποία είναι γενικευμένη και στο πολιτικό στερέωμα, το οποίο με το ένα χέρι μουντζώνει τη Χρυσή Αυγή και με το άλλο φέρνει στο πολιτικό στερέωμα πολιτικούς, που μόνο τη δημοκρατία δεν πρεσβεύουν στην καθημερινή πρακτική τους, μιλώντας για «κατσαρίδες» και «τρωκτικά».
Ο Νότης Σφακιανάκης, επομένως, φέρνει μπροστά την πολιτική υποκρισία, για σπιτικά που είναι διαλυμένα προτού φτιαχτούν, αλλά διατηρούνται μόνο και μόνο για να μην ξεφύγει η ψήφος των νοικοκυραίων, που ασπάζονται το Αυλωνιτικό δόγμα «Τάξις και Ηθική», κρυπτόμενοι. Αποκαλύπτει δηλαδή την υποκρισία, που αφορά σε πρόσωπα πρώτης γραμμής, που η οικογένειά τους υφίσταται σε πήλινα ή ανύπαρκτα πόδια και μόνο σε χαρτιά, προκειμένου να μη χαθεί η ψήφος των πολιτών.
Η Δικαιοσύνη είναι αρμόδια για τον Νότη και τον κάθε Νότη. Αν έκανε εμπόριο ναρκωτικών να πληρώσει, όσο θα πλήρωνε οποιοσδήποτε. Ούτε μισή μέρα παραπάνω. Εκείνη θα κρίνει. Αλλά ούτε και μισή μέρα λιγότερη από τον κάθε φτωχοδιάβολο, που ήθελε να πάρει τη δόση του κι έγινε βαποράκι. Κι αν δικαστεί για εμπορία, είναι αλλιώς. Γιατί σημαίνει πως με το ένα χέρι υπερασπίζεται την ελληνική οικογένεια και με το άλλο την καταδικάζει στον αργό θάνατο.

Τα ναρκωτικά υπάρχουν παντού
Είναι κοινό μυστικό ότι πλούσιοι και φτωχοί πεθαίνουν από ναρκωτικά, πλούσιοι και φτωχοί αναζητούν τη δόση τους, πλούσιοι και φτωχοί κρίνονται από το είδος των ναρκωτικών που κάνουν. Ο κόσμος περιμένει από τους καλλιτέχνες πολλά πράγματα, που πολλές φορές δεν συνάδουν με τον χαρακτήρα ή την προσωπικότητά τους ή ακόμη και τις γνώσεις τους. Δεν είναι υπεράνθρωποι. Δεν είναι επιστήμονες στη NASA. Οι λαϊκοί τραγουδιστές δεν είναι μαθητές του Μπαμπινιώτη. Και δεν μας ενδιαφέρει κι αν θα είναι. Η εν-συναίσθηση, όμως, είναι κάτι που δεν μαθαίνεται στα σχολεία. Μαθαίνεται από τις αρχές που παίρνεις πρώτα απ’ όλα από το σπίτι, από την οικογένεια.
Ο Νότης Σφακιανάκης έπεσε στον ίδιο λάκκο που έσκαψε ο ίδιος για τον εαυτό του και κάποιοι άλλοι πριν από αυτόν. Το «Πατρίς, Θρησκεία, Οικογένεια» ένα σύνθημα που, υπό φυσιολογικές συνθήκες, αν δεν είχε πολυφορεθεί από τη δικτατορία των Συνταγματαρχών, θα είχε νόημα. Ο ίδιος μέχρι στιγμής το πούλησε – και σε χαμηλή τιμή.
Στον αντίποδα, η Αριστερά φοβάται να ξεστομίσει πως αυτό το σύνθημα, που έγινε καραμέλα στα μέτρα των δικτατόρων, δεν τους ανήκει. Δεν ανήκει ο τόπος μας κι οι δημοτικοί μας χοροί και τα τσάμικά μας,σε κανέναν Παπαδόπουλο, σε κανέναν Παττακό, σε κανέναν από αυτούς που πούλησαν την Κύπρο. Είναι κτήμα του ελληνικού λαού.
Είναι ηλίθιο να πιστεύει οποιοσδήποτε ότι οι αριστεροί δεν αγαπούν τους γονείς τους. Ό,τι δεν αγαπούν τον τόπο τους και τις μυρωδιές του. Ότι δεν θέλουν να έχουν λευτεριά και ψωμί όλες οι πατρίδες όλου του κόσμου. Να έχουν μια λωρίδα γης κι οι Παλαιστίνιοι. Να βρίσκουν δικαίωση οι Ελληνοκύπριοι και Τουρκοκύπριοι, και να συγκατοικούν αρμονικά.
Δεν είναι λιγότερο αριστερή η γιαγιά που κάνει τον σταυρό της και πάει πρόσφορο στην εκκλησία και δίνει ένα κομμάτι ψωμί σε παιδιά μεταναστών στη Λέσβο. Κι η Αριστερά της Αλληλεγγύης από την όποια Αριστερά της Υποκρισίας πάλι διαφέρει. Και η δεύτερη είναι ακόμη πιο ποταπή κι αυτογελοιοποιούμενη, γιατί πατά πάνω στους αγώνες ανθρώπων, που μάτωσαν για δημοκρατία κι ελευθερία και ίσα εργασιακά δικαιώματα.
Η Αριστερά έπεσε διαχρονικά στην παγίδα που της έστησαν, να νομίζει πως το πρόβλημα είναι τα συνθήματα, ενώ είναι η ουσία. Η πατρίδα, η θρησκεία, η οικογένεια είναι σταθερές των ανθρώπων. Είναι ο λόγος για να πολεμά κάποιος, για να μην του βιάσουν το παιδί ή τη γυναίκα του ξένοι φαντάροι. Είναι ο λόγος για να μη γίνει μετανάστης και να φύγει από τον τόπο του. Είναι η ανάγκη του να έχει ένα κομμάτι ψωμί, ήλιο κι ουρανό, για τους αγαπημένους.
Τα συνθήματα δεν ανήκουν ούτε στους Σφακιανάκηδες ούτε στους δικτάτορες ούτε σε χρυσαυγίτες. Δεν ανήκουν καν σε εκκλησίες και δόγματα. Δεν ανήκουν μήτε σε ανθρώπους με μακριά χρυσοποίκιλτα άμφια, που θα έπρεπε να τους έχουν ξυρίσει προ πολλού, αντί να καταριούνται και να θέτουν ανθρώπους σε κίνδυνο, με την εγκληματική αδιαφορία τους.
Το σύνθημα αυτό, που έγινε σημαία των ακροδεξιών, βάζοντας απέναντι τους «νοικοκυραίους» με τους «κακούς αριστερούς», είναι μία πεπονόφλουδα που πάτησε κι έπεσε δεκαετίες τώρα και η Αριστερά. Η θρησκεία μπορεί να γίνει το όπιο του λαού, αν κάποιος ξεχνά να παλεύει και να διεκδικεί και περιμένει τον από μηχανής Θεό να του λύσει τα προβλήματα. Το σύνθημα «Πατρίς, Θρησκεία, Οικογένεια» ανήκει, όμως, όλους εκείνους, που πιστεύουν πως ο άνθρωπος πορεύεται με κάποιες αξίες στη ζωή του.
Και δεν έχει σημασία αν υπερασπίζεται τη δική του θρησκεία. Καλά κάνει, γιατί είναι δικαίωμά του να θρησκεύεται ελεύθερα αυτόν που επιθυμεί, ή να μην έχει θρησκεία. Σημασία έχει να μην τσαλαπατάει τις θρησκείες των άλλων, για να προβάλλει τη δική του. Να μη βάζει τη δική του οικογένεια στη μαρμίτα και οι άλλοι να μην έχουν να φάνε. Να μη σκέφτεται τη δική του πατρίδα και να εισβάλλει στις πατρίδες των άλλων. Ίσα-ίσα να δείχνει την αλληλεγγύη του και την αγάπη του σε όλους όσοι την έχουν ανάγκη. «Πατρίς, θρησκεία, οικογένεια», λοιπόν. Αλλά τούμπαλιν…




