Δεν θυμάμαι πώς με λένε. Προσπαθώ να θυμηθώ, αλλά μου είναι δύσκολο. Ξέρω πως έχω γυναικείο όνομα. Είμαι 26 χρονών.
Ναι, το βρήκα, το όνομά μου είναι Γαρυφαλλιά. «Θήλυ» έγραφε στο μαιευτήριο, κι έχω κι άλλα αδέρφια. Η μάνα μου με λέει «λουλούδι» της, αλλά κι ο πατέρας μου με λατρεύει. Ετοιμάζω βαλίτσες για διακοπές. Με τον φίλο μου έχουμε σχεδιάσει να πάμε στη Φολέγανδρο.
Να ’μαστε, λοιπόν, στο νησί. Όμως, καβγαδίζουμε συνέχεια. Δεν φανταζόμουν έτσι τις διακοπές μου.
Είμαι αρκετή ώρα στη θάλασσα. Πραγματικά, αναρωτιέμαι, σε ποιο σημείο του νησιού βρίσκομαι.
Τώρα δεν νιώθω καθόλου το νερό. Παρατηρώ τον εαυτό μου από εδώ ψηλά κι έχω κάτι σημάδια. Κάπως περίεργα αισθάνομαι το σώμα μου. Με τον φίλο μου είμαστε μαζί τέσσερις μήνες. Κάπου εδώ γύρω πρέπει να είναι.
Μου φαίνεται πως λέει ασυναρτησίες. Εγώ πάλι δεν μιλώ καθόλου. Παραδόξως, ενώ θέλω να μιλήσω, οι σκέψεις μου δεν γίνονται φωνή. Δεν μπορώ να φωνάξω, να ουρλιάξω, να του πω «σήκω και φύγε, μη με ακουμπάς, μη με πονάς άλλο». Δεν μπορώ γιατί δεν νιώθω τίποτα. Είναι παράξενο.
Με βγάζουν από τη θάλασσα κάποιοι άλλοι. Λένε πως έχω πεθάνει. Αποκλείεται. Κάποιο λάθος κάνουν. Έχει μαζευτεί η Αστυνομία, το λιμενικό; Ποιοι είναι όλοι αυτοί, που λένε πως θα με πάνε για νεκροψία, νεκροτομή.
«Είστε στα καλά σας;» θέλω να τους πω, αλλά η φωνή μου κάτι έπαθε και δεν βγαίνει. Είμαι 26 χρονών. Δεν πεθαίνουν οι άνθρωποι τόσο εύκολα στα 26 τους χρόνια. Κάποιο λάθος έχει γίνει.
Νυστάζω όμως. Νυστάζω πολύ. Δεν ξέρω πού βρίσκομαι. Σκιές με κυκλώνουν. Έρχονται κοντά, καταπάνω μου. Τρομάζω.
«Γαρυφαλλιά!» φωνάζουν. «Γαρυφαλλιά», κάπως απόκοσμα.
Ρίχνω μία ματιά γύρω μου και βλέπω μία πόρτα διάφανη να με απομακρύνει από τους γονείς μου. Κλαίνε απαρηγόρητοι. Δεν μπορώ να τους φτάσω, να τους πω «ηρεμήστε». Με τραβάνε οι σκιές, δεν με αφήνουν να μιλήσω στον πατέρα μου, τον βλέπω να καταρρέει.
Νευριάζω, αλλά τώρα οι σκιές αρχίζουν και ξεθολώνουν. Μερικές παίρνουν μορφές γνώριμες, γυναικείων προσώπων.
«Μη φοβάσαι», μου λένε. «Από εμάς δεν έχεις να φοβάσαι τίποτα».
Μα, είναι όλες σημαδεμένες. Έχουν ένα περίεργο σημάδι σαν τατουάζ στο χέρι, κάπως τρομακτικό.
«Μαζευτήκαμε πολλές εδώ», μου λένε τα κορίτσια.
Μπερδεύομαι, δεν καταλαβαίνω τι ακριβώς λένε. Είμαι ακόμη ζαλισμένη. Δε νιώθω τα χέρια μου, τα πόδια μου, το κεφάλι μου. Σαν να παράλυσα απότομα.
«Πέσαμε», λέει, «στον γκρεμό».
Με πάνε σε μία μεγάλη αίθουσα και βλέπω ένα βίντεο με όλα τα σημαντικά γεγονότα της ζωής μου. Στο τέλος του βίντεο, βλέπω το νησί της Φολέγανδρου. Και τη θάλασσα. Να, μια πάλι. Μα, νιώθω πως δεν μπορώ ν’ ανέβω πάνω στον αφρό. Μου κόβεται η ανάσα! Πνίγομαι!
Αποκλείεται, ένα κακό όνειρο είναι και θα ξυπνήσω. Πώς γελάστηκα έτσι και μοιάζει τόσο αληθινό. Εντάξει ένας εφιάλτης ήταν. Είμαι μόλις 26 χρονών.
Ξεθολώνει κάπως το τοπίο. Νιώθω ανακουφισμένη, αν και η σκιά που είναι δίπλα μου μοιάζει γνωστή. Τώρα το κατάλαβα. Την έχω δει από τις εφημερίδες, από την τηλεόραση, από το διαδίκτυο.
Τη θυμήθηκα! Αν είναι δυνατόν! Είναι δίπλα μου μία κοπέλα φτυστή η Καρολάιν από την Αλόννησο…
Φοράει το νυφικό της. Ολόιδια είναι. Μα, το πρόσωπό της είναι θλιμμένο.
«Δεν ήμουν στα πρώτα της γενέθλια», μου λέει ξαφνικά και με ρωτάει αν η κόρη της είναι καλά. «Δεν θα είμαι ποτέ σε γενέθλια του παιδιού μου», λέει θλιμμένη.
«Καρολάιν, εσύ;»
«Εγώ», μου λέει.
Απέναντι από την Καρολάιν κάθεται μία άλλη κοπέλα. Τη σκότωσε ο άνδρας της μαζί με τον αδερφό της κοντά στο Πήλιο. Με ρωτάει για το σπλάχνο της.
Η Καρολάιν πάει να με παρηγορήσει, αλλά βάζει εκείνη τα κλάματα. Την παίρνω κι εγώ αγκαλιά. Μου λέει, για τον άντρα της, που αγκάλιαζε τη μάνα της στο μνημόσυνό της. Με ρωτά πώς είναι οι γονείς της, η αδερφή της. Της λέω μόνο πως ξέρω ότι ο Μπάμπης έχει προφυλακιστεί.
Είναι και μία Αλβανίδα δίπλα μου. Εκείνη δεν πρόλαβε να κάνει παιδί. Τη σκότωσε ο πατέρας της, γιατί αγάπησε έναν Πακιστανό. Με ρωτά αν τον είδα, τον νέο που ερωτεύτηκε, αν είναι καλά.
Μου κάνουν λίγο αέρα τα κορίτσια. Πριν από λίγο έβλεπα τον εαυτό μου από ψηλά και τώρα δεν ξέρω ακόμη πού βρίσκομαι. Ευτυχώς, ο λαιμός μου δεν με πονάει πια.
«Ησύχασε», μου λένε. «Ηρέμησε, μη φοβάσαι».
Σκέφτομαι, όμως, κι εγώ τους γονείς μου, τα’ αδέρφιά μου. Τον Δημήτρη, που έγινε ξαφνικά ο πιο τρανός εχθρός μου. Τον άντρα, που μοιραζόμουν το κρεβάτι μου.
«Αυτός με σκότωσε», είπαν στις ειδήσεις, εγώ δεν θα μπορούσα να το φανταστώ. Τα κορίτσια μού είπαν πως ομολόγησε. Δεν το περίμενα. Νόμιζα ότι λάθεψαν. Αποκλείεται να το έκανε αυτό ο Δημήτρης. Αποκλείεται, δεν τις πιστεύω.
«Κι εγώ έτσι νόμιζα», μου λέει μια γυναίκα που είχε πατήσει τα 70, «αλλά με σκότωσε ο άντρας μου».
«Κι εμείς έτσι νομίζαμε, ότι αποκλείεται, αλλά μας πρόλαβαν οι εξελίξεις», μου λέει μία Χανιώτισσα, που τη σκότωσε ο Νορβηγός φίλος της.
«Μόνο εγώ το περίμενα. Αλλά και που ειδοποίησα την Αστυνομία τίποτα δεν έγινε», μου είπε η κοπέλα από το Πήλιο.
«Έπρεπε στον πρώτο καβγά, στα πρώτα σημάδια να φύγουμε», μου λέει μία άλλη Ασιάτισσα. «Έπρεπε μόλις είδαμε το πρόσωπο της βίας να εξαφανιστούμε».
«Ο Δημήτρης είπε πως ήταν η κακιά στιγμή», λέω εγώ.
«Πόσες είναι οι κακές ώρες για μας τις γυναίκες;» πετάγεται μία άλλη, από την Αφρική.
«Σταμάτα να τον δικαιολογείς, κοπέλα μου», λένε μία Ασιάτισσα, που τη σκότωσε απ’ ό,τι μου ’πε ένας Κύπριος μαζί με το παιδί της.
Οι γυναίκες με αφήνουν. Είναι και μικρά κορίτσια ανάμεσά τους. Πρέπει να πάρω τη σφραγίδα για να προχωρήσω στο επόμενο στάδιο.
«Είναι γυναικοκτονία», αποφαίνονται μονομιάς ο πρόεδρος στην επιτροπή αξιολόγησης θανάτων.
Απ’ έξω με περιμένει για συμπαράσταση μία ψηλή κοπέλα. Νιώθω να με αγκαλιάζει σαν αεράκι. Είναι πιο μικρή από μένα. Την αναγνώρισα.
«Ελένη, κι εσύ εδώ;»
«Ναι, εμένα με βίασαν και μ’ έπνιξαν, δεν θυμάσαι;»
Η Ελένη με παίρνει μια αγκαλιά και με ρωτά τι κάνει η μάνα της. Αν συνήλθε καθόλου από το φευγιό της. Αν συνήλθε μια στάλα ο πατέρας της, αν είναι καλά ο αδερφός της. Όλες με ρωτούν για τους δικούς τους, μα οι μανάδες έρχονται κατά πάνω μου, με ρωτούν για τα παιδιά τους.
«Δεν είναι ίδιος ο Δημήτρης με τους άλλους», επιμένω. «Ήθελε να κάνει κακό στον εαυτό του. Οι αστυνομικοί είπαν πως ήταν σε σύγχυση».
«Δεν το ήθελα», είπε. «Γαμήθηκε η φάση».
Κατεβάζουν όλες τα σκιώδη κεφάλια. Ξαφνικά η μία βροντοφωνάζει:
«Πες το. Ο δολοφόνος είναι στο κρεβάτι μου. Πες το, σου λέω! Αγκάλιαζα τον δολοφόνο μου. Πες το για να λυτρωθείς, φωνάζει.
«Μη συγκρίνετε τους δικούς σας με τον δικό μου Δημήτρη».
«Πες του τα. Σταμάτα να κρύβεσαι από τον εαυτό σου», λέει μία ηλικιωμένη Αυστραλέζα.
«Είμαι νεκρή από τα δικά σου χέρια, Δημήτρη. Τ’ ακούς, Δημήτρη; Είμαι νεκρή. Δεν γαμήθηκε η φάση. Εσύ Δημήτρη μού γάμησες τη ζωή», ουρλιάζω.
Κλαίω απαρηγόρητη, πονάω πολύ. Με αγκαλιάζουν πάλι τα κορίτσια, μεσήλικες και μεγάλες γυναίκες με την ανάσα τους απ’ όλες τις φυλές του Ισραήλ. Είναι περίεργο. Υπάρχει μία γυναίκα, από κάθε χώρα, από κάθε φυλή, από κάθε θρήσκευμα.
Η Ελένη με ρωτά για την ποινή αυτών που τη σκότωσαν και τη βίασαν. Ξαφνικά όλες μαζί αρχίζουν ένα μοιρολόι.
Το νερό της λήθης δεν τις πιάνει, μου λένε. Αυτός είναι μεγάλος καημός. Και κάθε που έρχεται μία καινούργια, θυμούνται τα δικά τους.
Και για όσες έχουν παιδιά είναι χειρότερα. Κρέμονται πίσω από τα κάγκελα των σχολείων, μήπως και δουν τα παιδιά τους, πηγαίνουν στην κούνια να τα νανουρίσουν, μα το τραγούδι τους δεν ακούγεται. Δεν μπορούν να παρηγορήσουν την ψυχούλα τους. Η Καρολάιν μού μιλά κι ένας κόμπος νιώθω να της πνίγει τον λαιμό.
Μα όσες δεν έχουν παιδιά, σαν κι εμένα, θρηνούν για τη ζωή που δεν έζησαν. Κυκλοφορούν στα μέρη που έμεινε για πάντα ξεραμένο το αίμα του κορμιού τους.
Με τον ερχομό μου, προέκυψε νέο πρόβλημα. Ο πρόεδρος της επιτροπής αξιολόγησης ανακοίνωσε πως πια μαζευτήκαμε τόσες πολλές δολοφονημένες γυναίκες στην είσοδο του Κάτω Κόσμου, που πλέον δεν χωράμε…




